εργατοπατέρας

ο
συνδικαλιστής ή συνδεδεμένος με το εργατικό κίνημα ο οποίος εμφανίζεται ως προστάτης τών συμφερόντων τών εργατών (ενώ συνήθως επιδιώκει προσωπικά οφέλη).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αγροτοπατέρας — ο (ειρωνικά) αυτός που προστατεύει δήθεν τους αγρότες σαν πατέρας, ενώ ουσιαστικά αποβλέπει στο δικό του συμφέρον (πρβλ. εργατοπατέρας). [ΕΤΥΜΟΛ. < αγρότης + πατέρας] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.